Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΩΠΙΟΝ

ΤΕΥΧΟΣ 57 (ΜΑΪΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 2010)

ΓΡΑΦΕΙ Η ΒΙΒΗ ΠΙΣΤΟΛΑ


ΕΝΑΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Ο νόμος και η ποίηση έχουν ένα κοινό εργαλείο, διαθέτουν μία κοινή πρώτη ύλη, που είναι η γλώσσα. Κοινό συστατικό τους είναι η λέξη. Η λέξη είναι πολύτιμη τόσο για το δίκαιο όσο και για τη λογοτεχνία. Νόμος και ποίημα ερμηνεύονται, αν και στην ποίηση με λιγότερο σαφείς όρους. Το ποίημα και ο νόμος αντέχει ή δεν αντέχει στο χρόνο, αφού και τα δύο υπόκεινται στην εξελικτική ερμηνεία. Με μία διαφορά: αν ως προς το νόμο η ορθή ερμηνεία είναι θεωρητικά μία και αντικειμενική, ως προς την ποίηση είναι υπόθεση υποκειμενική, αφού τόσες είναι οι αλήθειες όσοι και οι αναγνώστες ή οι αναγνώστριες.
Εξάλλου, η διατύπωση του πραγματικού ενός κανόνα δικαίου, έτσι ώστε να συμπυκνωθεί η απειρία των καταστάσεων και των γεγονότων, προϋποθέτει την αφηρημένη φαντασιακή σύλληψη της πραγματικότητας κατά τον ίδιο τρόπο που ένας καλλιτέχνης (ποιητής ή ζωγράφος) δαμάζει το δικό του υλικό (το ποίημα ή την εικόνα). Παράλληλα, ο στρουκτουραλισμός, η σημειωτική, η ψυχανάλυση, όπως και η ανάπτυξη των κριτικών νομικών σπουδών, εμπλούτισαν την έρευνα με νέες λογοτεχνικές θεωρίες και κατέδειξαν την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης δικαίου και λογοτεχνίας. Έτσι, το δίκαιο δανείζεται από τη λογοτεχνία μεθόδους ανάλυσης των κειμένων του, ενώ και στη λογοτεχνία, από την άλλη μεριά, παρατηρείται η χρήση νομικών στοιχείων.
Ο Γιάννης Αθανασιάδης ανήκει στην κατηγορία εκείνων των νομικών, που είδαν τις σπουδές στη νομική σχολή σαν ένα συνεχές φροντιστήριο, μία άσκηση επάνω στη δύναμη και τις δυνατότητες της γλώσσας, των νοημάτων και των ήχων της. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Είναι δικηγόρος παρ’ αρείω Πάγω και διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Ασκεί μαχόμενη δικηγορία εδώ και δύο δεκαετίες. Έχει δημοσιεύσει νομικές μελέτες και έχει εκδώσει δύο μονογραφίες, που κινούνται στο χώρο του ασφαλιστικού και του αεροπορικού δικαίου. Για ένα διάστημα δίδαξε ασφαλιστικό δίκαιο στο Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένων Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
Πρόσφατα δημοσίευσε ένα ποιητικό έργο με τίτλο «Mortis Causa». Ο τίτλος αποτελεί ένα γνωστό νομικό όρο, που χρησιμοποιείται όμως με μία άλλη έννοια, μία έννοια ταυτόχρονα ψυχολογική και κοινωνική. Η επιλογή του συγκεκριμένου τίτλου (σε αφαιρετική πτώση στα λατινικά, που στα νεοελληνικά αποδίδεται ως δοτική της αιτίας) εκφράζει την άποψη του συγγραφέα πως η βαθιά συνείδηση του θανάτου αποτελεί, ίσως, τη μόνη αληθινή βάση της ανθρώπινης αλληλεγγύης.
Σε γενικές γραμμές, είναι ένα ποιητικό έργο που επιχειρεί να συγκεράσει τις φυσικές επιστήμες με τα κοινωνικά φαινόμενα. Ο ποιητής-συγγραφέας, με πεσιμιστική διάθεση, πραγματεύεται την αλλοτρίωση και την ανασφάλεια του κοινωνικού ατόμου, την ασημαντότητα και τη ματαιότητα του εφήμερου κόσμου. Ο άνθρωπος εμφανίζεται ως απλά ένα όργανο των υπερανθρώπινων δυνάμεων και της γραφειοκρατίας. Η ποίηση του Γιάννη Αθανασιάδη έχει έντονες επιρροές από τα κινήματα του υπερρεαλισμού και του συμβολισμού.
Το έργο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος θα μπορούσε να επιγραφεί ως το κοινωνικό χάος και η αναρχία. Περιγράφεται η αλλοτρίωση του κοινωνικού ατόμου και οριοθετείται μία έκρυθμη κατάσταση. Στο δεύτερο μέρος αποτυπώνονται, με ορισμένο τρόπο, η εξουσία και η υποταγή. Η εξουσία παρουσιάζεται άλλοτε με τη μορφή της βασίλισσας, κραδαίνοντας τα βασιλικά σύμβολα (ένα σκήπτρο, μία σφαίρα, ένα μαστίγιο) και άλλοτε ως μούσα της ιστορίας, κραδαίνοντας μία σάλπιγγα, μία κλεψύδρα, ένα χειρόγραφο. Το τρίτο μέρος πραγματεύεται την επικοινωνία και την απομόνωση. Ένα μέλος αυτής της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, βασανιζόμενο από τις προσωπικές του αναζητήσεις και καταφεύγοντας στα ναρκωτικά, ακολουθεί τη δική του αδιέξοδη μοναχική πορεία. Το τέταρτο μέρος θα μπορούσε να ονομαστεί ως η εξέγερση και η καταστολή. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να κάνω αναφορά στο μεγάλο γερμανό συγγραφέα και ψυχαναλυτή Erich Fromm, που είχε διακρίνει της πορεία εξέλιξης των κινημάτων σε έξι στάδια (συγκρότησης, ανόδου, επιβολής, σταθεροποίησης, υποχώρησης και εκφυλισμού).
«Αυτοκυβερνούμενη μυϊκή ενέργεια. είπαν.
Και στα χείλη τους φάνταζε μια απέραντη ανακούφιση.
Τριγύρω μονάχα ο ίσκιος των κωνοφόρων 
– άστοχες λέξεις, αδέξια λόγια, μάταιοι στίχοι –
και βαθιά παράφωνη σιωπή.»
Στον κοινωνικό χώρο, ο ποιητής-συγγραφέας δηλώνει ότι παρατηρεί γύρω του μία κλιμακούμενη κοινωνική εξαγρίωση, που θα οδηγήσει αναγκαστικά σε μία εκτόνωση όταν η κοινωνική εντροπία κορυφωθεί. Πράγματι, σε μία εποχή όπως η σημερινή, που διακατέχεται από άκρατο ατομικισμό, καταναλωτική απληστία και εμπορευματοποίηση, η ηθική και κοινωνική θωράκιση είναι απαραίτητη. Παραθέτω και πάλι μερικούς στίχους, στίχοι που περικλείουν μέσα τους ένα μικρό όνειρο:
«Απλοί, συνηθισμένοι άνθρωποι,
που έρχονται, περνάν, φεύγουν, χάνονται.
Ιστορίες για θαλασσόλυκους κι αφανισμένες πατρίδες.
Ιστορίες για την αποδεκατισμένη γνώση.
Ακράτητοι Μυρμιδόνες
ξεχύνονται δαιμονισμένοι στην παγωμένη λεωφόρο.
Απλά γεροδεμένοι, απλά λεβέντες, διπλά αποφασιστικοί.
Χακί και χωροφύλακες κι ο ήχος από τα χαλύβδινα οχήματα,
που πλησιάζουν.
Αφήστε ελεύθερο τον έρωτα!
Αφήστε ελεύθερο τον έρωτα να ξεσηκώσει τις καρδιές.»
Στο ποιητικό αυτό έργο αποτυπώνονται οι βασικές ιδεολογικές συνιστώσες του σύγχρονου δυτικού κόσμου, ενώ ταυτόχρονα γίνονται πολλές αναφορές στην αρχαία και τη νέα θρησκεία. Η νέα θρησκεία της αγάπης επικάθεται επάνω στο δωδεκάθεο – τη θρησκεία του φωτός – και την αντικαθιστά. Ο καινούργιος θεός είναι μόνος του σε σχέση με τους αρχαίους θεούς, που ερωτεύονταν, ζήλευαν, είχαν ανθρώπινες αδυναμίες. Η ανδρεία και οι άλλες αξίες αντικαθίστανται από νέες αξίες, όπως η ταπεινοφροσύνη και η συμπόνια. Δίπλα στη διανεμητική και την επανορθωτική δικαιοσύνη, προστίθεται μία καινούργια έννοια: η προστατευτική δικαιοσύνη, που στηρίζεται στην ιδέα της επιείκειας και έχει να κάνει με την προστασία του αδυνάτου. Εντυπωσιάζουν οι στίχοι της ακόλουθης στροφής:
«Εργένη Θεέ!
Μεγαλοδύναμε, παντοκράτορα, ποιητή ουρανού και γης.
Δίχως μιαν εταίρα στο πλευρό σου.
Πάνσοφε, πανάγαθε, πανάρετε.
Βασιλεύ των βασιλέων!
Δίχως συντρόφους.
Δίχως σκλάβες, παλλακίδες και μαιτρέσες.
Χωμένος στη μοναξιά αυτού του θρόνου,
του καμωμένου από συμπόνια
κι από ευσπλαχνία, ταπεινοφροσύνη κι επιείκεια.
Δίχως τένοντες, δίχως εντυπώσεις, δίχως αντισώματα.
Μόνο με τη θλίψη
και μια αόριστη μελαγχολία.»
          Ο Γιάννης Αθανασιάδης, με το ποιητικό αυτό έργο του, εισφέρει πολύτιμη συνδρομή σε έναν ευρύτερο και γόνιμο προβληματισμό επάνω σε θεμελιώδη ζητήματα του καιρού μας. Συνολικά, είναι ένα βιβλίο σύγχρονο και διαχρονικό, με ιδιαίτερο λεκτικό πλούτο, με δυνατές εικόνες και με υψηλής ποιότητας ποίηση, που θα προβληματίσει, θα γοητεύσει, θα ξαναδιαβαστεί από τον εκάστοτε αναγνώστη πολλές φορές.  

ISBN 978-690-457-257-1
www.malliaris.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου